Αλλεργία

Αλλεργία

Με τον όρο αλλεργία εννοείται η παθολογική κατάσταση κατά την οποία ο οργανισμός αντιδρά σε αβλαβείς περιβαλλοντικές ουσίες, που ονομάζονται αλλεργιογόνα. Πιο ειδικά, η αλλεργία είναι αντίδραση υπερευαισθησίας τύπου Ι στην οποία κύριοι πρωταγωνιστές είναι ειδικά κύτταρα του αίματος (βασεόφιλα και μαστοκύτταρα) και ένας ειδικός τύπος αντισώματος, η ανοσοσφαιρίνη Ε (IgE ).

Ως αλλεργιογόνα μπορούν να δράσουν:

  • ορισμένες τροφές όπως αυγά, ψάρια, θαλασσινά ντομάτα, φυστίκια, φουντούκια, φράουλες.
  • φάρμακα όπως η πενικιλίνη, οι αντιοροί (πχ αντιτετανικός ορός) σκιαγραφικά σκευάσματα που χρησιμοποιούνται στην ακτινολογία.
  • καλλυντικά, χρώματα, επαγγελματικές ουσίες (latex).
  • η γύρη διαφόρων φυτών, φτερά, τρίχες, κόπρανα διαφόρων ζώων, σκόνη, τσίμπημα εντόμων κ.α.

Τα αλλεργιογόνα φτάνουν στον οργανισμό μέσω της αναπνοής, με επαφή στο δέρμα , με την τροφή ή και ένεση.

Όταν ο οργανισμός έρθει σε επαφή με μια ξένη ουσία που δρα ως αλλεργιογόνο, το ανοσοποιητικό σύστημα βάζει σε λειτουργία τους αμυντικούς μηχανισμούς της χημικής και της κυτταρικής ανοσίας με σκοπό την εξουδετέρωση του αντιγόνου.

Την πρώτη φορά που ο οργανισμός θα συναντήσει το αλλεργιογόνο, θα ευαισθητοποιηθεί η ανοσοσφαιρίνη Ε, η οποία θα καταλήξει σε ειδικούς υποδοχείς πάνω στα βασεόφιλα και μαστοκύτταρα. Τη δεύτερη (τρίτη κλπ.) φορά που ο οργανισμός θα συναντήσει το ίδιο αλλεργιογόνο τότε η ανοσοσφαιρίνη Ε θα αναγνωρίσει το αλλεργιογόνο και θα ενωθεί με αυτό με αποτέλεσμα την ενεργοποίηση των βασεόφιλων και μαστοκυττάρων.

Τα ενεργοποιημένα βασεόφιλα και μαστοκύτταρα θα απελευθερώσουν διάφορες ουσίες που έχουν αποθηκευμένες (π.χ. ισταμίνη) που με τη σειρά τους θα προκαλέσουν μια ταχεία φλεγμονώδη αντίδραση που θα οδηγήσει σε φτάρνισμα, ερυθρότητα, φαγούρα, αγγειοδιαστολή, αυξημένη διαπερατότητα των αγγείων, σύσπαση των λείων μυϊκών ινών, προσέλκυση ηωσινοφίλων και ουδετεροφίλων, συσσώρευση αιμοπεταλίων και αυξημένη έκκριση βλέννας
κλπ.

Οι αλλεργικές παθήσεις οφείλονται σε:

  • γενετική προδιάθεση (άτομα των οποίων οι γονείς έχουν αλλεργίες είναι πιθανότερο να αποκτήσουν υπερευαισθησία, αν και όχι υποχρεωτικά προς τις ίδιες ουσίες).
  • στην έκθεση στα αλλεργιογόνα (αντιγόνα) που μπορούν να τις προκαλέσουν.
  • στην ευαισθητοποίηση του άτομου στα αλλεργιογόνα, από προηγούμενη έκθεση σε αυτά

Στο δέρμα, μία οξεία αλλεργική αντίδραση προκαλεί κνίδωση, δερματίτιδα και φαγούρα, ενώ σε χρόνιες καταστάσεις η αλλεργία μπορεί να προκαλέσει ατοπική δερματίτιδα και έκζεμα.

Στην αναπνευστική οδό, η οξεία αλλεργική αντίδραση προκαλεί βήχα, ρινική συμφόρηση, φτάρνισμα, κλείσιμο του λαιμού και, σε χρόνιες καταστάσεις άσθμα. Μπορεί επίσης να προκαλέσει ερυθρότητα και φαγούρα στα μάτια.

Οι οξείες αλλεργικές αντιδράσεις στο γαστρεντερικό σύστημα αρχίζουν από το στόμα με μυρμήγκιασμα, φαγούρα, μεταλλική γεύση και πρήξιμο της γλώσσας και του λάρυγγα, ακολουθούμενα από κοιλιακό άλγος, μυϊκούς σπασμούς, εμετούς και διάρροια, που σε χρόνιες καταστάσεις οδηγούν σε ποικιλία γαστρεντερικών προβλημάτων.

Αναφυλαξία- επείγον ιατρικό περιστατικό

Κάθε σοβαρή οξεία αλλεργική αντίδραση μπορεί να απειλήσει τη ζωή, προκαλώντας αναφυλαξία, που μπορεί να ξεκινήσει με διέγερση, αίσθημα «επερχόμενης καταστροφής», χλωμάδα στο δέρμα λόγω της πτώσης της αρτηριακής πίεσης ή και απώλεια συνείδησης (λιποθυμία).

Αναφυλακτικο shock (καταπληξία), μπορεί να συμβεί στην περίπτωση που το αλλεργιογόνο περάσει κατ ευθεία στην αιματική κυκλοφορία ενός ευαισθητοποιημένου άτομου.Η αναφυλαξία μπορεί να αποβεί θανατηφόρα χωρίς ταχεία αντιμετώπιση με ένεση επινεφρίνης (αδρεναλίνης).

Μορφές εκδήλωσης

Αλλεργική ρινίτιδα

Η ρινίτιδα μπορεί να είναι εποχική ή να εμφανίζεται και να ταλαιπωρεί καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου.

Πιθανοί ένοχοι: Γύρη, γρασίδι, σκόνη, επιθήλια ζώων κ.ά.

Αλλεργικό άσθμα

Συμπτώματα: Ξηρός βήχας κατά τη διάρκεια της ημέρας, τη νύχτα (πριν αλλά και κατά τον ύπνο) ή μετά από τρέξιμο, δύσπνοια, «βράσιμο» και πόνος στο στήθος, ακόμα κι όταν το άτομο δεν έχει κρυολογήσει ή αρρωστήσει (Αν το άσθμα υποτροπιάζει ή είναι χρόνιο, συστήνεται χρόνια αγωγή και ειδικά φάρμακα για την αντιμετώπιση των σοβαρών επεισοδίων.

Πιθανοί ένοχοι: Γύρη, βαφές, σκόνη, το τρίχωμα των ζώων κ.α.

Δερματικές αλλεργίες

Συμπτώματα: Ερεθισμός του δέρματος που συχνά οδηγεί σε εξάνθημα. Μπορεί να εμφανιστεί φαγούρα, πρήξιμο, κοκκινίλες ή απολέπιση του δέρματος.Πιθανοί ένοχοι: Επαφή του δέρματος με διάφορες ουσίες, βραχιολάκια από δέρμα, σκουλαρίκια με νικέλιο, τραχιά υφάσματα, επαφή με φυτά, τροφική αλλεργία που εκδηλώνεται στο δέρμα, αλλά και το στρες.

Αλλεργίες από τσιμπήματα εντόμων

Οι ένοχοι: Το τσίμπημα εντόμων και ειδικότερα της μέλισσας ή της σφήκας.

Συμπτώματα: Έντονη τοπική αντίδραση στην περιοχή που έγινε το τσίμπημα με ερεθισμό του δέρματος και πρήξιμο.Το τσίμπημα όμως μπορεί να προκαλέσει μέχρι και αλλεργικό σοκ. Απευθυνθείτε άμεσα σε γιατρό σε περίπτωσηπου δείτε συμπτώματα όπως πρήξιμο, ερυθρότητα, έντονο κνησμό, δύσπνοια ή αν το τσίμπημα έχει γίνει κοντάστο στόμα.

Εργαστηριακές εξετάσεις για τις αλλεργίες.

Η διερεύνηση των αλλεργικών παθήσεων πρέπει να ξεκινάει πάντα με την κλινική εξέταση. Η διάγνωση ξεκινάει με το ιατρικό ιστορικό , τη πλήρη φυσική εξέταση και κατόπιν εργαστηριακές εξετάσεις. Τα πλεονεκτήματα των αιματολογικών εξετάσεων είναι ότι πολλά στοιχεία μπορούν να εξαχθούν με ένα μόνο δείγμα αίματος, τα αποτελέσματα είναι υψηλά επαναλήψιμα και δεν επηρεάζονται από φάρμακα, όπως π.χ αντισταμινικά.

ΓΕΝΙΚΗ ΑΙΜΑΤΟΣ: Τα αλλεργικά άτομα μπορεί να έχουν υψηλό ποσοστό ηωσινόφιλων ευκοκυττάρων στο αίμα τους. Έτσι από μία τόσο απλή εξέταση όπως η γενική αίματος μπορούμε να υποπτευθούμε αν κάποιος έχει προδιάθεση για αλλεργίες.

ΙgE: Τα αλλεργικά άτομα μπορούν να έχουν υψηλά επίπεδα IgE στο αίμα τους και αυτό μπορεί να μετρηθεί καινα χρησιμοποιηθεί ως ένδειξη όταν υπάρχουν υποψίες αλλεργίας. Αυτές οι εξετάσεις μπορούν να επιβεβαιώσουν αλλεργίες με εμπλοκή της IgE και να γίνουν σε κάθε ηλικία, ακόμα και στα βρέφη.

RAST: Πρόκειται για μία εξέταση που μας επιτρέπει να εντοπίσουμε όχι μόνο την ύπαρξη ευαισθησίας αλλά και το βαθμό αυτής (ποσοτικός προσδιορισμός) σε ένα συγκεκριμένο αλλεργιογόνο.

Επιμέλεια κειμένου
Κυριάκος Κοτσυφάκης
Βιολόγος – Phd Φαρμακευτικής Χημείας
Υπεύθυνος εργαστηρίου