Ανοσοποιητικό Σύστημα: Η ασπίδα μας έναντι των λοιμώξεων

Ανοσοποιητικό Σύστημα: Η ασπίδα μας έναντι των λοιμώξεων

Η Γη είναι ένας πολύ φιλόξενος τόπος. Στην επιφάνειά της φιλοξενείται ένας τεράστιος αριθμός διαφορετικών ειδών ζωντανών οργανισμών που πολλές φορές συγκρούονται με σκοπό πάντα τη συνέχιση της ζωής. Έτσι και ο ανθρώπινος οργανισμός επί Γης βρίσκεται σε ένα περιβάλλον στο οποίο ταυτόχρονα ζουν και αναπαράγονται ένας πολύ μεγάλος αριθμός μικροοργανισμών που μπορεί να χρησιμοποιήσουν τον άνθρωπο για την επιβίωση και την αναπαραγωγή τους , καταλήγοντας κάποιες φορές να προκαλούν βλάβες σε αυτόν (λοιμώξεις). Οι μικροοργανισμοί αυτοί, αόρατοι με γυμνό μάτι, μπορεί να είναι βακτήρια, ιοί, μύκητες ή παράσιτα, λέμε ότι είναι παθογόνοι για τον άνθρωπο και η είσοδός τους στον οργανισμό μας καλείται μόλυνση.

Όμως κάθε μόλυνση δεν οδηγεί απαραίτητα σε λοίμωξη γιατί ο ανθρώπινος οργανισμός είναι προικισμένος με μηχανισμούς άμυνας έναντι των μικροοργανισμών με σκοπό την απομάκρυνση και την εξουδετέρωση αυτών των μικροσκοπικών εισβολέων. Οι μηχανισμοί άμυνας περιλαμβάνουν ποικίλα κύτταρα και χημικές ουσίες μέσα στο ανθρώπινο σώμα με ξεχωριστές λειτουργίες το καθένα που συνεργάζονται θαυμαστά με σκοπό την αποτροπή της βλάβης από τους εισβολείς. Στο σύνολό τους αυτοί οι μηχανισμοί άμυνας συνιστούν το ανοσοποιητικό μας σύστημα και εξασφαλίζουν την ανοσία δηλ. την ικανότητα αποτροπής των λοιμώξεων.

Το πόσο σημαντικό είναι το ανοσοποιητικό σύστημα για την επιβίωση μας φαίνεται αν εξετάσουμε τις συνέπειες όταν αυτό λείπει ή δυσλειτουργεί. Τέτοιες καταστάσεις ευπάθειας ή έλλειψης ανοσίας καλούνται ανοσοανεπάρκειες. Οι ανοσοανεπάρκειες καθιστούν το άτομο ευάλωτο σε ποικίλες λοιμώξεις που μπορεί να αποβούν μοιραίες ενώ εάν το ανοσοποιητικό σύστημα δούλευε επαρκώς θα κατάφερνε να τις καταπολεμήσει.

Παιδιά που γεννιούνται με βαριές ανοσοανεπάρκειες εμφανίζουν θανατηφόρες λοιμώξεις ήδη από τους πρώτους μήνες της ζωής τους.

Τα περισσότερα συστήματα του ανθρώπου μπορούν να περιγραφούν έστω και απλοϊκά ως ομάδα οργάνων συνδεόμενων μεταξύ τους π.χ. το γαστρεντερικό αποτελείται κατά συνέχεια από στοματοφάρυγγα, οισοφάγο, στόμαχο και έντερο. Όμως το ανοσοποιητικό σύστημα είναι διάσπαρτο σε όλο το σώμα. Για να περιγράψουμε τα βασικά στοιχεία που το αποτελούν πρέπει να φανταστούμε ένα στρατό παραταγμένο στο πεδίο της μάχης που σχηματίζει γραμμές άμυνας (…ή επίθεσης). Στη 1η γραμμή είναι οι πεζοί στρατιώτες, πιο πίσω οι έφιπποι και στη 3η γραμμή το πυροβολικό. Αντίστοιχα το ανοσοποιητικό σύστημα περιλαμβάνει 3 γραμμές άμυνας.

Η 1η γραμμή αποτελείται από το δέρμα και τους βλεννογόνους που επενδύουν τις επιφάνειες της γαστρεντερικής, της αναπνευστικής και της ουρογεννητικής οδού. Η πυκνή παράταξη των κυττάρων στο δέρμα και τους βλεννογόνους σε συνδυασμό με την έκκριση ουσιών όπως το σμήγμα, ο ιδρώτας και η βλέννη εμποδίζουν τα μικρόβια που προσπαθούν να τα διαπεράσουν για να εισέλθουν σε βαθύτερες στιβάδες του σώματος.

Όσα μικρόβια καταφέρουν να διέλθουν από την 1η γραμμή αντιμετωπίζουν τη 2η που περιλαμβάνει αμυντικά κύτταρα και αντιμικροβιακές ουσίες. Στα κύτταρα ανήκουν τα ΝΚ (φυσικοί φονείς) που καταστρέφουν ανθρώπινα κύτταρα που έχουν ήδη μολυνθεί ώστε να απελευθερωθεί ο εισβολέας ο οποίος στη συνέχεια καταστρέφεται από τα φαγοκύτταρα (κύτταρα ικανά να «τρώνε» το μικρόβιο και να το «πέπτουν» στο εσωτερικό τους). Στις αντιμικροβιακές ουσίες περιλαμβάνονται οι πρωτεΐνες του συμπληρώματος και οι ιντερφερόνες που βοηθούν στον εντοπισμό μολυσμένων κυττάρων και ελεύθερων μικροβίων από τα αμυντικά κύτταρα, οι τρανσφερρίνες που ελαττώνουν τη διάθεση του (απαραίτητου για την ανάπτυξη) των μικροβίων σιδήρου και αντιμικροβιακά πεπτίδια που λύουν τα μικρόβια.

Η 3Η γραμμή άμυνας, και πλέον ισχυρή, ενεργοποιείται τελευταία όταν αποτύχουν οι προηγούμενες. Μεσολαβείται από τα λεμφοκύτταρα (Τ και Β λεμφοκύτταρα) τα οποία μέσω του αίματος και της λέμφου «περιπολούν» σε όλο το σώμα. Τα “Τλεμφοκύτταρα καταστρέφουν πολύ αποτελεσματικά μολυσμένα κύτταρα του σώματος ενώ τα “Βπαράγουν ουσίες που ονομάζονται αντισώματα για να εξουδετερώσουν εισβολείς που κυκλοφορούν ελεύθερα στο σώμα. Η «εκπαίδευση» των λεμφοκυττάρων στην αναγνώριση του ξένου εισβολέα και η ενεργοποίησή τους προς καταστροφή του επιτελείται από όργανα διάσπαρτα στο σώμα που συνιστούν το λεμφικό σύστημα (μυελός των οστών, θύμος αδένας, λεμφαδένες, σπλήνας, δερματικός και υποβλεν- νογόνιος λεμφικός ιστός).

Αν και τα αντισώματα είναι το ισχυρότερο όπλο μας στην άμυνα έναντι του «ξένου», ωστόσο δεν είναι άμεσα διαθέσιμα. Ενώ τα λεμφοκύτταρα προϋπάρχουν της λοίμωξης, τα αντισώματα παράγονται από τα λεμφοκύτταρα κατά τη διάρκεια της λοίμωξης δηλ. μόνο όταν τα λεμφοκύτταρα «αναγνωρίσουν» μέσα στο σώμα τον εισβολέα. Η μόνη περίπτωση που προϋπάρχουν αντισώματα στον οργανισμό με φυσικό τρόπο χωρίς να προηγηθεί λοίμωξη είναι στο έμβρυο που παίρνει έτοιμα αντισώματα από τη μητέρα μέσω του πλακούντα και στο βρέφος μέσω του μητρικού γάλακτος. Επίσης τα αντισώματα που παράγονται έναντι ενός είδους μικροοργανισμού είναι αποτελεσματικά μόνο για το συγκεκριμένο είδος π.χ. αν νοσήσουμε από ιλαρά τα λεμφοκύτταρα παράγουν αντισώματα έναντι του ιού της ιλαράς και μας προστατεύουν από μία μελλοντική έκθεση στον ίδιο ιό, όμως αν αργότερα νοσήσουμε από ανεμοβλογιά τότε τα προϋπάρχοντα αντισώματα έναντι της ιλαράς δεν μας προστατεύουν αλλά πρέπει να παραχθούν νέα αντισώματα ειδικά έναντι του ιού της ανεμοβλογιάς.

Επειδή η καθυστέρηση αυτή στη παραγωγή των αντισωμάτων μπορεί σε κάποιες λοιμώξεις να έχει ολέθριες συνέπειες, εκτός από το φυσικό τρόπο δηλ. την λοίμωξη, μπορούμε τεχνητά να διεγείρουμε τον οργανισμό να παράγει αντισώματα κατόπιν εμβολιασμού. Τα εμβόλια είναι ακίνδυνες παραλλαγές παθογόνων μικροοργανισμών που χορηγούνται στον οργανισμό και οδηγούν στη παραγωγή αντισωμάτων χωρίς προηγούμενη νόσηση προστατεύοντας μας από την εκδήλωση νόσου σε μελλοντική μόλυνση.

Τέλος, θα πρέπει να αναφέρουμε και τη συμβολή της ανίχνευσης αντισωμάτων στο αίμα από το εργαστήριο στη διαγνωστική των λοιμώξεων. Για διαφορετικούς κάθε φορά λόγους μπορεί να είναι δύσκολο να ανιχνευθεί ο ίδιος ο μικροβιακός παράγοντας που προκάλεσε μία λοίμωξη. Γι΄ αυτό συχνά στο εργαστήριο για να τεκμηριώσουμε το αίτιο μιας λοίμωξης καταφεύγουμε στην αναζήτηση όχι του ίδιου του μικροοργανισμού αλλά των αντισωμάτων που παράγει ο οργανισμός έναντι αυτού. Ένα πρόσφατο παράδειγμα είναι η χρήση των αντισωμάτων έναντι του νέου κορονοϊού SARSCoV-2 στη διάγνωση της COVID-19 λοίμωξης των οποίων η ανίχνευση μπορεί να είναι χρήσιμη σε άτομα που προσέρχονται για εξέταση με καθυστέρηση μετά την έκθεση στον ιό δηλ. τουλάχιστον 4 με 5 εβδομάδες μετά την έκθεση οπότε πλέον η μοριακή ανίχνευση του ιού αποβαίνει συνήθως αρνητική.

Σαράντης Βλάχος

Ιατρός – Βιοπαθολόγος

Κοσμοιατρική- Επιστημονικός Υπεύθυνος

Βιοπαθολογικού Εργαστηρίου Μονάδας Σεπολίων