Εικονική Κολονοσκόπηση

Εικονική Κολονοσκόπηση

Mε τον όρο καρκίνος παχέος εντέρου εννοούμε το κακόηθες, εκείνο νεόπλασμα, το οποίο αναπτύσσεται στο παχύ έντερο ή στο ορθό. Ο καρκίνος του παχέος εντέρου είναι ένας από τους συχνότερους καρκίνους στον κόσμο.

Υπολογίζεται ότι πλέον των 300.000 νέων περιπτώσεων διαγιγνώσκονται κάθε χρόνο στην Ευρώπη. Αποτελεί το 3ο σε συχνότητα νεόπλασμα στις γυναίκες (μετά τον καρκίνο του μαστού και τον καρκίνο του πνεύμονα) και στους άνδρες (μετά τον καρκίνο του προστάτη και τον καρκίνο του πνεύμονα) και τη 2η αιτία θανάτου από κακοήθη νεοπλάσματα.

Η συνήθης εξέλιξη είναι η παρουσία πολυπόδων στο τοίχωμα του εντέρου, οι οποίοι μεγαλώνουν και μπορούν εν δυνάμει να εξαλλαχθούν σε κακοήθεις όγκους του εντέρου.

Οι προληπτικές εξεταστικές μέθοδοι που διαθέτουμε σήμερα, και συγκεκριμένα και κατά κύριο λόγο η κλασική κολονοσκόπηση, αποσκοπεί στην πρώιμη ανίχνευση τέτοιου είδους αλλοιώσεων και στην αντιμετώπισή τους (αφαίρεση) πριν αυτά εξαλλαγούν. Επιπλέον η ίδια εξεταστική μέθοδος χρησιμοποιείται για τη διερεύνηση ήδη συμπτωματικών ασθενών ή τυχαίων ευρημάτων.

Ως προληπτική μέθοδος δυστυχώς δεν χαίρει ευρείας αποδοχής από τον γενικό πληθυσμό είτε λόγω φόβου, είτε λόγω κόστους είτε λόγω ελλιπούς ενημέρωσης του κοινού, γεγονός στο οποίο οφείλεται και η καθυστερημένη διάγνωση πολλών περιστατικών και η υψηλή συχνότητα και θνητότητα του καρκίνου του παχέος εντέρου.

Λόγω της υψηλής συχνότητας του καρκίνου του παχέος εντέρου, συνιστάται για τον γενικό πληθυσμό η διενέργεια μίας πρώτης κολονοσκόπησης μετά την ηλικία των 40 ετών και επί αρνητικών ευρημάτων κάθε πέντε έως δέκα χρόνια κατόπιν.

Η κλασική κολονοσκόπηση με το εύκαμπτο ενδοσκόπιο είναι η εξέταση που χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα για την απεικόνιση του παχέος εντέρου, τον εντοπισμό και συχνά την ταυτόχρονη αφαίρεση των πολυπόδων. Ωστόσο, η εξέταση αυτή μπορεί να είναι επώδυνη, απαιτεί νάρκωση και σε μερικές περιπτώσεις δεν είναι δυνατή η ολοκλήρωση της. Αναφέρεται ότι η εξέταση είναι τεχνικά δύσκολη σε ποσοστό έως και 10% και μπορεί να παραμείνει ατελής ακόμα και για έμπειρους ενδοσκοπιστές, ενώ σε ηλικιωμένους ασθενείς το αντίστοιχο ποσοστό φτάνει έως και 33%.

Στον αντίποδα πλέον η εικονική κολονοσκόπηση ή κολονογραφία είναι μια νέα, ταχέως εξελισσόμενη και μη επεμβατική, απεικονιστική εξέταση του παχέος εντέρου, η οποία χρησιμοποιείται εναλλακτικά της κλασικής κολονοσκόπησης, ως διαγνωστική εξέταση για την πρόωρη ανάδειξη παχύνσεων και πολυποειδών βλαβών στο τοίχωμα του παχέος έντερο.

Η τεχνική της εικονικής κολονοσκόπησης στηρίζεται στην τεχνολογία αιχμής των σύγχρονων ελικοειδών πολυτομικών αξονικών τομογράφων και την ανασύνθεση των ληφθέντων εικόνων του παχέος εντέρου σε δύο και τρεις διαστάσεις με ειδικά λογισμικά προγράμματα. Με την κατάλληλη επεξεργασία των εικόνων ο ακτινοδιαγνώστης μπορεί να απεικονίσει το εσωτερικό του παχέος εντέρου με την ίδια ευκρίνεια με την συμβατική κολονοσκόπηση.

Για την επιτυχία της εξέτασης σημαντική είναι η ειδική προετοιμασία του εξεταζομένου την προηγούμενη μέρα με τον σωστό καθαρισμό του εντέρου, ανάλογη της προετοιμασίας για την κλασική κολονοσκόπηση.

Η διαδικασία της εξέτασης είναι απλή:

Χορηγείται ποσότητα αέρος από ένα λεπτό σωλήνα από το ορθό και στην συνέχεια λαμβάνονται εικόνες με τον αξονικό τομογράφο σε ύπτια και πρόσθια θέση. Η όλη διαδικασία διαρκεί 10 – 15 λεπτά.

Δεν απαιτείται νάρκωση, οπότε ο εξεταζόμενος τελειώνοντας την εξέταση, μπορεί να γυρίσει φυσιολογικά στις καθημερινές του δραστηριότητες.

Δεν χορηγούνται φάρμακα ενδοφλεβίως.

Η ανοχή των εξεταζομένων στην εξέταση είναι πολύ καλή συγκριτικά με τη συμβατική κολονοσκόπηση και μπορεί να πραγματοποιηθεί σε όλους τους ασθενείς, ενώ αντίστοιχα στατιστικά ένα 10% των ασθενών δε μπορούν να υποβληθούν στην κλασική κολονοσκόπηση.

Μπορούν να απεικονιστούν και να εξετασθούν ακόμα και τμήματα του εντέρου που είναι στενωμένα (και όπου αδυνατεί να περάσει το κολονοσκόπιο).

Ένα επιπλέον πλεονέκτημα είναι η ταυτόχρονη απεικόνιση των λοιπών οργάνων της κοιλιακής χώρας με τον αξονικό τομογράφο και ο εντοπισμός τυχόν προβλημάτων έξω από το έντερο.

Το μειονέκτημα της εξέτασης σε σχέση με την κλασική κολονοσκόπηση είναι ότι αν υπάρξει κάποιο εύρημα δεν είναι δυνατή η λήψη δείγματος για βιοψία ή και η επιτόπια θεραπευτική εκτομή, αποτελεί δηλαδή αποκλειστικά και μόνο απεικονιστική μέθοδο.

Ως προς την ευαισθησία και την ακρίβειά της πολλές κλινικές μελέτες δείχνουν ότι η εικονική κολονοσκόπηση έχει αποτελέσματα απολύτως συγκρίσιμα με αυτά της συμβατικής κολονοσκόπησης ως προς την ανίχνευση πολυπόδων και άλλων βλαβών του παχέος εντέρου.

Συμπερασματικά, αποτελεί μια νέα, γρήγορη, ανώδυνη και αξιόπιστη μέθοδο για τον προληπτικό έλεγχο του παχέος εντέρου, ενώ μπορεί πολλές φορές να συμπληρώσει την κλασική κολποσκόπηση στον απεικονιστικό έλεγχο, όπου υπάρχουν τεχνικές δυσκολίες (στενώσεις, μη συνεργάσιμοι ασθενείς κλπ.). Είναι πλέον εύκολα προσβάσιμη και απευθύνεται σε ενήλικες κάθε ηλικίας.