Λιποειδή-Χοληστερόλη-Τριγλυκερίδια

Λιποειδή-Χοληστερόλη-Τριγλυκερίδια

Σύμμαχος και εχθρός του σώματος

Τα λιπίδια αποτελούν συμπυκνωμένη μορφή και σημαντική πηγή αποταμιευμένης ενέργειας αφού αποδίδουν υπερδιπλάσιες θερμίδες από ότι οι πρωτεΐνες και οι υδατάνθρακες. Τα λιπίδια του αίματος είναι κυρίως η χοληστερόλη, τα λιπαρά οξέα τα τριγλυκερίδια και τα φωσφολιπίδια.

Η χοληστερόλη βρίσκεται στη μεμβράνη των κυττάρων όλων των ιστών του σώματος, και στο πλάσμα του αίματος όλων των ζώων. Η χοληστερόλη ή χοληστερίνη, όπως είναι ευρέως γνωστή, αυξάνει στον οργανισμό με την κατανάλωση λιπαρών ουσιών. Εκτός από την εξωγενή οδό απορρόφησης της χοληστερόλης των τροφών, η χοληστερόλη συντίθεται και στον οργανισμό. Κατά τα 2/3 παράγεται στο ήπαρ και κατά 1/3 προέρχεται από την τροφή. Υπερβολικά μεγάλη πρόσληψη κορεσμένων λιπαρών (τα κακά λιπαρά) μπορούν να αυξήσουν την χοληστερίνη, ενώ η αντικατάσταση των κορεσμένων με ακόρεστα λιπαρά (τα καλά λιπαρά) μπορεί να

διατηρήσει τα επίπεδα χοληστερίνης χαμηλά. Η χοληστερόλη χρησιμοποιείται κυρίως σε ζωικούς οργανισμούς και μαζί με τα φωσφολιπίδια χρησιμεύει στις κυτταρικές μεμβράνες.

Επιπλέον, έχει καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη νευρικών συνδέσμων του εγκεφάλου και βοηθάει τον οργανισμό στο σχηματισμό και την προστασία των νευρώνων και στη δημιουργία των ιστών των κυττάρων.

Το όχημα μεταφοράς της χοληστερόλης (και γενικά των λιπιδίων) στο αίμα είναι οι λιποπρωτεΐνες, οι οποίες είναι η  (καλή χοληστερίνη) και LDL (κακή χοληστερίνη). Η λιποπρωτεΐνη υψηλής πυκνότητας (HDL), απομακρύνει τη χοληστερίνη από τις αρτηρίες προς το ήπαρ, όπου απορρίπτεται. Έτσι ένα υψηλό επίπεδο καλής (HDL) χοληστερίνης κάνει καλό και στην καρδιά.

Η λιποπρωτεΐνη χαμηλής πυκνότητας (LDL), απομακρύνει τη χοληστερίνη από το ήπαρ στους ιστούς του σώματος. Υψηλά επίπεδα (LDL) χοληστερίνης στο αίμα αυξάνουν τον κίνδυνο να εκδηλωθεί στεφανιαία νόσος. Για μια γερή καρδιά, είναι σημαντικό η (LDL) χοληστερίνη να παραμένει χαμηλή και η (HDL) χοληστερίνη να παραμένει υψηλή.

Τι κερδίζουμε αν μειώσουμε τη χοληστερίνη;

Ανάλυση πολλών μελετών έδειξε ότι κάθε 10% μείωση της ολικής χοληστερίνης οδηγεί σε 22% μείωση της εμφάνισης στεφανιαίας νόσου μέσα σε 2 έως 5 έτη και σε κατά 25% μείωση αυτής μετά τα 5 έτη.

Η παρέμβαση χρειάζεται να έχει διάρκεια τουλάχιστον δύο ετών για να επιφέρει σημαντικό κλινικό όφελος. Αυτό σημαίνει ότι δεν αρκεί μία περιστασιακή δίαιτα, ή η περιστασιακή χρήση φαρμάκων που βελτιώνουν την χοληστερίνη στο αίμα.

Αύξηση της χοληστερόλης στο αίμα (υπερχοληστερολαιμία) προέρχεται από:

Κληρονομική προδιάθεση (οικογενής υπερχοληστερολαιμία)

Διατροφή πλούσια σε ζωικά λίπη και χοληστερόλη

Υποθυρεοειδισμό

Αποφρακτικά ηπατικά νοσήματα

Αρρύθμιστο σακχαρώδη διαβήτη

Εγκυμοσύνη (τελευταίο τρίμηνο)

Παγκρεατίτιδα

Αλκοολισμό

Με την πάροδο της ηλικίας

Η χαμηλή HDL χοληστερόλη, αποτελεί σημαντικό παράγοντα κινδύνου για ανάπτυξη αποφρακτικής αρτηριοσκληρυντικής αγγειοπάθειας και εκδηλώσεων στυτικής δυσλειτουργίας, εμφράγματος, εγκεφαλικού επεισοδίου, ανευρυσμάτων, αγγειακής άνοιας, όταν συντρέχουν

και ορισμένοι άλλοι παράγοντες (π.χ. κάπνισμα, αυξημένο σάκχαρο, αυξημένη LDL, ηλικία). Τα παραπάνω αντανακλούν το σύνθετο ρόλο της χοληστερόλης στον οργανισμό.

Σε κάθε περίπτωση χαμηλής χοληστερόλης είναι σημαντικό να μετρηθούν σε πρώτη φάση τα επιμέρους κλάσματα HDL και LDL χοληστερόλης του οργανισμού.

Τα τριγλυκερίδια ονομάζονται και ουδέτερα λίπη. Τα διάφορα τριγλυκερίδια μπορεί να είναι στερεά στη συνήθη θερμοκρασία δωματίου, δηλαδή είναι λίπη, είτε να είναι υγρά, οπότε και αποκαλούνται

έλαια. Είναι κατεξοχήν η μορφή με την οποία ο οργανισμός αποθηκεύει λίπος στον λιπώδη ιστό, για να το χρησιμοποιήσει σε περιόδους νηστείας.

Που παράγονται τα τριγλυκερίδια;

Τα τριγλυκερίδια παράγονται τόσο από το φυτικό όσο και από το ζωικό οργανισμό, με τη μορφή των ελαίων και λιπών. Γι’ αυτό τα τριγλυκερίδια περιέχονται τόσο στη φυτική τροφή (κατά κύριο λόγο μέσα σε σπόρους και καρπούς), όσο και στην τροφή ζωικής προέλευσης (ζωικό λίπος, βούτυρο γάλακτος, συκώτι, αλλά και άλλα κρέατα και εντόσθια).

Στον άνθρωπο, τα τριγλυκερίδια συντίθενται, κατά κύριο λόγο, μέσα στα ηπατικά κύτταρα (δηλαδή μέσα στο συκώτι), καθώς και μέσα στα λιποκύτταρα, δηλαδή μέσα στα κύτταρα του λιπώδη ιστού του σώματος.

Επίσης προσλαμβάνονται από τα ίδια τα τριγλυκερίδια της τροφής, από τους υδατάνθρακες της τροφής και από τα λευκώματα (πρωτεΐνες), άρα και από τα τρία είδη των θρεπτικών ουσιών που περιλαμβάνονται στο διαιτολόγιό μας, εφόσον το ολικό ποσό των θερμίδων που προσλαμβάνονται με την τροφή υπερβαίνει το ποσό που απαιτείται για τις άμεσες ανάγκες του σώματος σε ενέργεια.

Ποια η σημασία των τριγλυκεριδίων;

Τα τριγλυκερίδια στο σώμα, με τη μορφή του λίπους, αποτελούν περίπου τα 15% του βάρους του σώματος στον άντρα, και περίπου τα 27% του βάρους του σώματος στη γυναίκα. Σε αυτή τη μορφή αποτελούν δομικά στοιχεία του σώματος, και όταν η αναλογία τους στο σώμα είναι η «φυσιολογική» προσδίδουν αρμονία, χάρη και απαλότητα στο περίγραμμα του σώματος και στο παράστημα του ατόμου.

Από λειτουργική όμως άποψη, τα τριγλυκερίδια παρέχουν, με την μορφή του υποδόριου λίπους, και σημαντική θερμική μόνωση του σώματος από τις χαμηλές θερμοκρασίες του περιβάλλοντος. Χωρίς

αυτή την προστασία, οι ανάγκες του σώματος σε θερμίδες, όταν κάνει κρύο, θα ήταν πολύ μεγαλύτερες από αυτές που πράγματι απαιτούνται.

Αποτελούν το κύριο απόθεμα ενέργειας στο σώμα. Πράγματι, οι άλλες πηγές ενέργειας, δηλαδή οι υδατάνθρακες και σε μικρότερο βαθμό τα λευκώματα, δεν είναι δυνατό να αποθηκεύονται σε ποσά

που να επαρκούν για την ενεργειοδότηση του σώματος για περισσότερο από ένα 24ωρο.

Αίτια αύξησης των τριγλυκεριδίων:

Τα επιθυμητά επίπεδα των τριγλυκεριδίων είναι κάτω από 150 mg/dl. Εάν είναι πάνω από 500 mg/dl υπάρχει σοβαρός κίνδυνος παγκρεατίτιδας. Συνήθη παθολογικά αίτια αύξησης των τριγλυκεριδίων αποτελούν κληρονομικοί παράγοντες, διαβήτης, χρόνιος αλκοολισμός, παχυσαρκία, νεφρική ανεπάρκεια, παρενέργειες φαρμάκων, κακή διατροφή.

Παθολογικές επιπτώσεις από την αύξηση των τριγλυκεριδίων:

Η μεμονωμένη ήπια αύξηση των τριγλυκεριδίων, σε αρκετά άτομα δεν εγκυμονεί κανένα κίνδυνο.

Όταν η αύξηση των τριγλυκεριδίων είναι μεγάλη, μπορεί να προκαλέσει παγκρεατίτιδα (μια επικίνδυνη νόσο του παγκρέατος), που χαρακτηρίζεται από φλεγμονή του οργάνου.

Σε ευαίσθητους οργανισμούς η αύξηση των τριγλυκεριδίων, σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες (π.χ. αύξηση σακχάρου, κάπνισμα) συντελεί στην εμφάνιση αποφρακτικής αρτηριοσκληρυντικής αγγειοπάθειας και εκδηλώσεων (στυτικής δυσλειτουργίας, εμφράγματος, εγκεφαλικού επεισοδίου, ανευρυσμάτων, αγγειακής άνοιας).

Άτομα με υψηλά τριγλυκερίδια έχουν συχνά υψηλά επίπεδα ολικής χοληστερίνης και LDL χοληστερίνης και χαμηλά επίπεδα HDL χοληστερίνης. Πολλοί άνθρωποι με στεφανιαία νόσο έχουν υψηλά επίπεδα τριγλυκεριδίων. Πολλές κλινικές μελέτες έδειξαν ότι άτομα με επίπεδα τριγλυκεριδίων πάνω από 200 mg/dL έχουν αυξημένο κίνδυνο στεφανιαίας νόσου. Άτομα με σακχαρώδη διαβήτη ή παχυσαρκία έχουν συχνά υψηλά επίπεδα τριγλυκεριδίων. Φυσικά δεν είναι γνωστό αν η φαρμακευτική διόρθωση της υπερτριγλυκεριδαιμίαςελαττώνει τον καρδιαγγειακό κίνδυνο.

Υπάρχουν δύο είδη φωσφολιπιδίων:

Φωσφογλυκερίδια: αποτελούν το δομικό υλικό της κυτταρικής ή πλασματικής μεμβράνης των οποίων η χημική συμπεριφορά τουςπαίζει καθοριστικό ρόλο στη ζωή των κυττάρων γενικότερα.

Σφιγγολιπίδια:

κύριο συστατικό του περιβλήματος των νευρικών ινών.

Τα Λιπαρά οξέα

απορροφώνται από τις τροφές, συντίθενται στον οργανισμό ή προέρχονται από την ενδογενή διάσπαση των τριγλυκεριδίων για την αντιμετώπιση των αναγκών του σώματος σε

ενέργεια. Τα απαραίτητα λιπαρά οξέα είναι πολυακόρεστα λίπη που εντοπίζονται σε μερικά φυτά, όπως στο ηλιοτρόπιο, την ελιά, το λιναρόσπορο, καθώς επίσης και στα ψάρια.

Τα απαραίτητα λιπαρά οξέα πρέπει να λαμβάνονται μέσω της διατροφής διότι δεν μπορούν να παραχθούν από το ανθρώπινο σώμα.

Υπάρχουν διάφορες ομάδες πολυακόρεστων λιπαρών οξέων:

Ωμέγα-3 από τα ιχθυέλαια και το λιναρόσπορο,

Ωμέγα-6 από το νυχτολούλουδο, το ηλιοτρόπιο, κ.α. και

Ωμέγα-9 από την ελιά και το λιναρόσπορο.

Από πολλές μελέτες που έχουν γίνει, προκύπτουν ορισμένες βασικές αρχές όσον αφορά την επίδραση της διατροφής στα λιπίδια του αίματος, και ιδιαίτερα στην «κακή» χοληστερόλη του αίματος:

1. Η αύξηση είτε η ελάττωση της χοληστερόλης που περιέχεται στη τροφή επηρεάζει, αλλά όχι σε σημαντικό βαθμό (το πολύ 15%), την περιεκτικότητα του αίματος σε χοληστερόλη.

2. Η πρόσληψη με την τροφή λίπους που περιέχει σε μεγάλη αναλογία κορεσμένα λιπαρά οξέα, όπως είναι το βούτυρο του γάλακτος και το λίπος των τυριών, και σε μικρότερο βαθμό γενικά το ζωικό λίπος, συνεπάγεται αύξηση της χοληστερόλης του αίματος

μέχρι και κατά 25%.

3. Με τη πρόσληψη λίπους με μεγάλη αναλογία σε πολυακόρεστα λιπαρά οξέα, επιτυγχάνεται ελαφρά ως μέτρια μείωση της «κακής» χοληστερόλης του αίματος.

4. Το οινόπνευμα αυξάνει τη χοληστερόλη του αίματος.

5. Η πρόσληψη με την τροφή σημαντικής ποσότητας αδιάλυτων και διαλυτών φυτικών ινών μειώνει τη χοληστερόλη του αίματος.

6. Η διατήρηση του βάρους του σώματος στο φυσιολογικό επίπεδο αποτελεί παράγοντα ευεργετικό όσον αφορά τα λιπίδια του αίματος. Απεναντίας, η παχυσαρκία επιδεινώνει την υπερλιπιδαιμία.

7. Οι θερμίδες του διαιτολογίου που προέρχονται από λίπη και έλαια δεν πρέπει να υπερβαίνουν τα 30% του ολικού ποσού των θερμίδων της διατροφής, καλό δε είναι να διατηρούνται ακόμα και

κάτω από τα 25%.

8. Επιπλέον ο τύπος και το επίπεδο των λιπιδίων του αίματος καθορίζονται γενετικά από τα γονίδια του κάθε ατόμου. Δυστυχώς, αυτό τον παράγοντα δεν είναι δυνατόν προς το παρόν, να τον αντιμετωπίσουμε με τροποποίηση της διατροφής.

Η υπερκατανάλωση λιποειδών επιβαρύνει την υγεία μας, αλλά η ισορροπημένη και σωστή πρόσληψη αυτών μας προσδίδει αρμονία απαλότητα και χάρη στο σώμα.