Συστηματικός Ερυθηματώδης Λύκος

Συστηματικός Ερυθηματώδης Λύκος

Με το όρο αυτοάνοσα νοσήματα εννοούνται γενικά τα νοσήματα στα οποία το ανοσιακό σύστημα στρέφεται εναντίον του ίδιου του οργανισμού, στοχεύοντας τα κύτταρα, τους ιστούς και τα όργανά του.

Ο Συστηματικός Ερυθηματώδης Λύκος (ΣΕΛ) ανήκει σε αυτά τα νοσήματα, προκαλώντας διάφορες βλάβες στη σωστή λειτουργία του οργανισμού. Πιο αναλυτικά ο ΣΕΛ είναι ένα χρόνιο, υποτροπιάζον, πολυσυστηματικό αυτοάνοσο νόσημα, το οποίο μπορεί ακόμα και να οδηγήσει στον θάνατο, ενώ προσβάλει κυρίως τις γυναίκες.

Οι παράγοντες εμφάνισης της νόσου ποικίλουν και καλύπτουν πολλούς τομείς όπως είναι η ηλικία, το φύλο, περιβαλλοντικοί παρ άγοντες κ.ά. Όταν ένα άτομο πάσχει από ΣΕΛ, τότε το ανοσοποιητικό του σύστημα δεν λειτουργεί σωστά, με αποτέλεσμα να επιτίθεται στα υγιή κύτταρα του σώματος και στους ιστούς. Γι’ αυτό η νόσος αυτή μπορεί να επηρεάσει οποιοδήποτε όργανο του σώματος.

Ο ΣΕΛ μπορεί να έχει από ήπια μέχρι πολύ βαριά πορεία εξέλιξης με προσβολή ζωτικών οργάνων. Χαρακτηρίζεται από ποικίλα κλινικά συμπτώματα, ανοσολογικέ ς διαταραχές και ιστολογικές αλλοιώσεις του συνδετικού ιστού και των αγγείων.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ

Έχουμε 4 (ή περισσότερα) από τα 11 συμπτώματα του λύκου, όπως αυτά ορίζονται από το Αμερικανικό Κολέγιο Ρευματολογίας.

Πυρετός, κόπωση και απώλεια βάρους

Αρθρίτιδα που διαρκεί για αρκετές εβδομάδες σε πολλαπλές αρθρώσεις

Πεταλούδα σε σχήμα εξάνθημα στα μάγουλα ή άλλα εξανθήματα

Δερματικό εξάνθημα που εμφανίζονται σε περιοχές που εκτίθενται στον ήλιο

Πληγές στο στόμα ή τη μύτη που διαρκεί για περισσότερο από

ένα μήνα

Απώλεια μαλλιών, μερικές φορές σε σημεία ή γύρω από την γραμμή των μαλλιών

Κατασχέσεις, εγκεφαλικά επεισόδια, και ψυχικές διαταραχές (κατάθλιψη)

Οι θρόμβοι αίματος

Αποβολές

Ο εργαστηριακός έλεγχος του ΣΕΛ γίνεται με μια πληθώρα εργαστηριακών (και όχι μόνο) εξετάσεων, τα αποτελέσματα των οποίων συμπληρωματικά το ένα με το άλλο μπορούν να οδηγήσουν τον κλινικό ιατρό να διαγνώσει τον ΣΕΛ σε έναν ασθενή.

ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ:

  • Αίματος ή πρωτεΐνη στα ούρα ή δοκιμές που υποδηλώνουν κακή νεφρική λειτουργία
  • Χαμηλή εξετάσεις αίματος (αναιμία, χαμηλά λευκά αιμοσφαίρια, ή χαμηλά αιμοπετάλια
  • ds-DNA Κλινική σημασία : ΣΕΛ ,>95%

Όσον αφορά την θεραπεία, βρίσκεται ακόμα σε πειραματικό στάδιο, καθώς δεν υπάρχει κάποια εξειδικευμένη θεραπεία για τον ΣΕΛ, παρά μόνο αντιμετώπιση των συμπτωμάτων με διάφορα φάρμακα όπως τα αντιφλεγμονώδη κ.ά.

Πιο αναλυτικά, τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται είναι αντιφλεγμονώδη φάρμακα για τον έλεγχο του πόνου και της φλεγμονής, μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα, τα οποία βοηθούν και αυτά στην ανακούφιση του πόνου και του πρηξίματος των μυών, τα ανθελονοσιακά, τα οποία συμβάλουν θετικά στην αρθρίτιδα, την κόπ ωση, τον πυρετό και τα εξανθήματα, τα κορτικοστεροειδή, τα οποία χορηγούνται σε σοβαρές μορφές του λύκου, τα ανοσοκατασταλτικά, τα οποία λαμβάνονται προκειμένου να αντιμετωπιστεί η προσβολή των ζωτικών οργάνων, και τέλος τα βιολογικά φάρμακα, με κυριότερο εκπρόσωπο το Belimumab.

Τέλος πάρα πολλές έρευνες έχουν πραγματοποιηθεί προκειμένου να βρεθεί κάποια εξειδικευμένη εξέταση η οποία να οδηγεί απευθείας τον κλινικό ιατρό στη διάγνωση του ΣΕΛ. Ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν έχει επιτευχθεί ακόμα απόλυτα. Παρόλα αυτά, διάφορες μελέτες έχουν δώσει στοιχεία, τα οποία αν αναζητηθούν συμπληρωματικά με άλλα, μπορούν να βοηθήσουν στην διάγνωση του λύκου. Παραδείγματος χάριν η ανίχνευση των αντιπυρηνικών αντισωμάτων (ΑΝΑ) πραγματοποιείται σε όλους τους ασθενείς με ενεργό ΣΕΛ.

Πηγές:

ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΟΣ ΕΡΥΘΗΜΑΤΩΔΗΣ ΛΥΚΟΣ:

ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΚΑΙ ΘΕΡΑΠΕΙΑ

Ιωάννης Γιαννούλης Μπαστάς, & Χρυσάνθη Φωτοπούλου.